Βολειμπολίστρια με σπουδές στην εγκληματολογία που αγωνίζεται σε ένα νησί, μακριά από τις ελληνικές «μητροπόλεις» του αθλήματος, καλείται να παίξει ως επαγγελματίας σε ένα ερασιτεχνικό πρωτάθλημα.
Η Μαρία Γενιτσαρίδη, αρχηγός του Α.Ο. Θήρας, κάνει πρωταθλητισμό στα ταραφλέξ, βλέποντας το μέλλον της στον τομέα των σπουδών της αβέβαιο. Σε ηλικία 32 ετών κόλλησε το πρώτο της ένσημο και δεν ήταν από το βόλεϊ, το οποίο υπηρετεί από την ηλικία των 12 ετών.
Η αθλήτρια μίλησε στην «Κ» για τις σπουδές της στην εγκληματολογία αλλά και για τα… εγκλήματα που γίνονται στον γυναικείο ερασιτεχνικό αθλητισμό.
Με ύψος 1,86, ένα επίθετο που παραπέμπει σε μικρασιατική καταγωγή και με ένα λαμπερό χαμόγελο στο πρόσωπο, η, γεννημένη στο Ηράκλειο Κρήτης, Μαρία Γενιτσαρίδη ασχολήθηκε με τον αθλητισμό από την παιδική ηλικία. Οι δεξιότητές της στο βόλεϊ σε συνδυασμό με το ύψος της ώθησαν τους δικούς της ανθρώπους να της προτείνουν να ασχοληθεί με την πετοσφαίριση. Τα πρώτα της βήματα στον χώρο έγιναν στις ακαδημίες του συλλόγου Αθλεση και ήταν μόλις 13 ετών όταν προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα. Παρά τη μικρή ηλικία της έδειξε γρήγορα τα ηγετικά χαρακτηριστικά της και άρχισε να πρωταγωνιστεί.
«Εκείνη την εποχή συνεργαζόταν με τις εθνικές ομάδες η Καρολίνα Μπαρτζούκα, η οποία ταξίδευε σε όλη την Ελλάδα και έβλεπε ταλέντα. Ετσι, συμμετείχα, αρχικά, στις Eθνικές κορασίδων και νεανίδων και, στη συνέχεια, σε αυτή των γυναικών», μας είπε η βολεϊμπολίστρια και όταν της ζητήσαμε να σταθεί σε κάποιες από τις στιγμές που έχει, μέχρι τώρα, ζήσει στον αθλητισμό, απάντησε: «Μέσα από το βόλεϊ δημιούργησα φιλίες ζωής, ταξίδεψα και έζησα έντονες στιγμές, είτε θετικές είτε αρνητικές. Οταν μεγαλώνεις αρχίζουν τα προβλήματα στο σώμα και, εάν θέλεις να συνεχίσεις να αγωνίζεσαι, θα πρέπει να προσέχεις διπλά. Στον αθλητισμό πρέπει να είσαι έτοιμος και για το επόμενο βήμα, όταν θα βρεθείς μακριά από αυτόν. Ενας αθλητής το καταλαβαίνει πότε έρχεται το τέλος της καριέρας του και εκεί… χάνει την ταυτότητά του».

Οι σπουδές στην εγκληματολογία και η επαγγελματική αποκατάσταση
Οταν κάποιος ακούει ότι μία αθλήτρια επέλεξε να σπουδάσει εγκληματολογία αυτό και από μόνο του αποτελεί θέμα. «Πήρα υποτροφία από το Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ (πόλη στην Πενσiλβάνια των ΗΠΑ) και είχα τη δυνατότητα να σπουδάσω ό,τι ήθελα αλλά από παιδί μου άρεσε το μυστήριο. Από την άλλη πλευρά, με πατέρα αστυνομικό υπήρχε επιρροή. Ηθελα και να ταξιδέψω. Στη συνέχεια, ακολούθησε μεταπτυχιακό στον ίδιο τομέα από το Πανεπιστήμιο του Ντάραμ, στην Αγγλία».
Το επάγγελμα του εγκληματολόγου προκαλεί πάντα εξαιρετικό ενδιαφέρον αλλά και πολλές ερωτήσεις για τις σπουδές πάνω σε αυτό το αντικείμενο. Η αθλήτρια της πετοσφαίρισης, με ευγένεια και χαμόγελο, ήταν διατεθειμένη να απαντήσει σε όλες. «Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου κάναμε πολλές ώρες πρακτικής σε φυλακές. Μιλάγαμε με τις κρατούμενες για ναρκωτικά, για τη ζωή στις φυλακές και συλλέγαμε στοιχεία από τις γνώσεις τους. Οι έρευνες ήταν πάντα ανώνυμες. Εγώ είχα το “μικρόβιο” και ήθελα να μάθω γιατί κάποιος εγκληματεί ή γιατί θέλει να πληγώσει τον συνάνθρωπό του. Γιατί υπάρχουν σε κάποιους ανθρώπους αυτά τα ένστικτα».
Παρά τις σπουδές, το επαγγελματικό μέλλον της Μαρίας Γενιτσαρίδη, στην Ελλάδα, είναι αβέβαιο διότι δεν είναι αναγνωρισμένο ως επάγγελμα. «Στην Ελλάδα με αυτό ασχολούνται οι αστυνομικοί. Εάν σταματούσα τον πρωταθλητισμό και αγωνιζόμουν σε μία πιο χαμηλή κατηγορία θα μπορούσα να βρω δουλεία σε κάποιο ιδιωτικό εργαστήριο ή σε ένα σωφρονιστικό κατάστημα. Οσο μεγαλώνω όμως αλλάζουν οι προτεραιότητες και το ξανασκέφτομαι. Βέβαια, η γνώση είναι γνώση και με έχει βοηθήσει να καταλαβαίνω τους ανθρώπους γύρω μου αλλά και τον εαυτό μου».
«Οι Ελληνίδες αθλήτριες είμαστε στον… αέρα χωρίς ένσημα»
Το ελληνικό γυναικείο βόλεϊ βρίσκεται σε αρκετά υψηλό επίπεδο. Πίσω όμως από τη λάμψη υπάρχει η ανασφάλεια διότι συγκαταλέγεται στον ερασιτεχνικό αθλητισμό. «Το επίπεδο έχει ανέβει κατακόρυφα. Σε συλλογικό επίπεδο ίσως και να βρίσκεται στην πρώτη πεντάδα της Ευρώπης. Το πρωτάθλημά μας είναι από τα πιο ανταγωνιστικά και η πρώτη ομάδα μπορεί να χάσει από την τελευταία. Τα μπάτζετ έχουν ανεβεί και βοηθάει και η δημοσιότητα. Το μεγάλο πρόβλημα όμως του ελληνικού γυναικείου βόλεϊ είναι ότι δεν είναι επαγγελματικό. Οι αθλήτριες, όταν υπάρχει συμβόλαιο, έχουν μία ασφάλεια, αρκεί να τις αναλάβει το σωματείο εάν έχουν κάποιο τραυματισμό», τόνισε η αθλήτρια.
Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλές συζητήσεις για να γίνει επαγγελματικό το γυναικείο πρωτάθλημα βόλεϊ αλλά δεν έχουν, προς το παρόν, θετική έκβαση. «Μετά την πανδημία ξεκίνησε μία προσπάθεια –και μέσα από τον ΠΑΣΑΠ– για να γίνει επαγγελματικό. Και ο αναπληρωτής υπουργός Αθλητισμού κ. Γιάννης Βρούτσης ήταν πολύ πρόθυμος να το συζητήσει. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο πρέπει να υπάρξουν πιο οργανωμένες κινήσεις και δεν ξέρω πόσα από τα σωματεία θα μπορούσαν να στηρίξουν ένα επαγγελματικό πρωτάθλημα. Εγώ για πρώτη φορά έβαλα ένσημο σε ηλικία 32 ετών και αυτό σε μία επιχείρηση που άνοιξα με τον αδελφό μου. Οι Ελληνίδες αθλήτριες είμαστε στον… αέρα χωρίς ένσημα. Λειτουργούμε ως επαγγελματίες σε ένα ερασιτεχνικό πρωτάθλημα. Δεν γίνεται να μην υπάρχει ασφάλιση και να πρέπει να χρησιμοποιούμε, π.χ., το ΑΜΚΑ της μητέρας μας. Αυτό συμβαίνει γενικότερα στα γυναικεία αθλήματα στη χώρα μας».
Η νησιωτικότητα και η ζεστή αγκαλιά της κερκίδας του Α.Ο. Θήρας
Η Μαρία Γενιτσαρίδη έχει αγωνιστεί σε ομάδες της Ελλάδας και του εξωτερικού. Το όνομά της όμως το έχει συνδέσει με τον Α.Ο. Θήρας. «Οταν αγωνίζεσαι σε μία ομάδα ενός νησιού, μακριά από Αθήνα και Θεσσαλονίκη, γνωρίζεις πολύ καλά ότι για να παίξεις θα πρέπει να ταξιδεύεις. Στον Α.Ο. Θήρας, η διοίκηση με τη βοήθεια των χορηγών μας έχουν κάνει την πρόσβαση στην ηπειρωτική Ελλάδα πιο εύκολη. Υπάρχει το πρόβλημα της μεταφοράς αλλά όταν υπάρχει καλή θέληση όλα λύνονται και στον Α.Ο. Θήρας υπάρχει θέληση. Μία αθλήτρια όταν έρθει στη Σαντορίνη γνωρίζει ότι θα πρέπει να επικεντρωθεί στο βόλεϊ. Εδώ ο κόσμος σε αγκαλιάζει και σε υποστηρίζει».
Προέλευση : www.kathimerini.gr




