Σ΄ενα πολύ ενδιαφέρον δημοσίευμα της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ για το ντοματάκι της Σαντορίνης αναφέρονται τα εξής:
Η καλλιέργεια του αμπελιού και της ντομάτας αντιμάχεται, χρόνια τώρα, την τουριστική αξιοποίηση που θέλει κάθε διαθέσιμη σπιθαμή γης αλλά και κάθε ικμάδα δύναμης να αφιερώνονται στην υποδοχή των χιλιάδων επισκεπτών της Σαντορίνης. Η παράδοση αναφέρει ότι οι σπόροι από το ντοματάκι έφτασαν με τα αμπάρια των πλοίων που μετέφεραν τη θηραϊκή γη, δηλαδή το ηφαιστειακό χώμα, στην Αίγυπτο για τη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ.
Στο άνυδρο περιβάλλον του νησιού βρήκε φιλόξενο έδαφος για να αναπτυχθεί αυτό το ιδιαίτερο προϊόν, ΠΟΠ πλέον. Οι πρώτες βιομηχανίες πελτέ και κονσερβοποιίας για την τυποποίησή του δημιουργήθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα, όμως τη μικρή αλλά ανθούσα και σημαντική για το μέγεθος του νησιού δραστηριότητα κατέστρεψε ο σεισμός του 1956. Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν, η τοπική κοινωνία έπρεπε να τραφεί με ό,τι υπήρχε εκεί και το ντοματάκι είχε τον πρώτο λόγο στα νοικοκυριά.
Μικρό, πλατύ, με χαρακτηριστικές ραβδώσεις στην επιφάνειά του, μεγαλώνει χωρίς πότισμα και γι’ αυτό κατσαρώνει, η φλούδα του χοντραίνει και η σάρκα του συγκεντρώνει μεγαλύτερη ποσότητα λυκοπένιου και αντιοξειδωτικών. Αφήστε τη γεύση του! Λες και μέσα του βρίσκεται η ουσία της αληθινής ντομάτας, γλυκιά και υπόξινη μαζί, πλούσια και εξαιρετικά αρωματική. Το κόβεις και ξεχύνεται η μυρωδιά του ελληνικού καλοκαιριού.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, μια ομάδα παθιασμένων ανθρώπων –με πρωτομάστορα τον ιδρυτή του εμβληματικού εστιατορίου Σελήνη, Γιώργο Χατζηγιαννάκη– κατάφερε να φέρει τα ντόπια προϊόντα στο προσκήνιο και να βάλει πανηγυρικά τη Σαντορίνη στο σύγχρονο γαστρονομικό χάρτη. Ήταν τότε που το ντοματάκι μπήκε σε «κουζίνες με υπογραφή» και άνθισε στα χέρια ταλαντούχων σεφ. Η παραγωγή παραμένει μικρή, οι περιβαλλοντικές συνθήκες δε λειτούργησαν ποτέ υπέρ της ποσότητας αλλά έκαναν θαύματα όσον αφορά την ποιότητα. Η τουριστική εκμετάλλευση του νησιού είναι πολύ πιο προσοδοφόρα από το όργωμα ξερικών άνυδρων χωραφιών και έτσι η συνέχεια της παράδοσης βρίσκεται πια στα χέρια των λίγων. Όσο για ένα από τα άλλοτε μεγαλύτερα εργοστάσια επεξεργασίας ντομάτας στα Βαλκάνια, αυτό της οικογένειας Νομικού στη Βλυχάδας, έχει μετατραπεί πλέον σε Βιομηχανικό Μουσείο Ντομάτας, ξεναγώντας τους επισκέπτες όχι μόνο στις εγκαταστάσεις που απασχολούσαν ένα πολύ μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού του νησιού, αλλά και σε ολόκληρη την κοινωνικο-οικονομική ιστορία του τόπου.

Στο μαγείρεμα το ντοματάκι αγαπά την απλότητα – άλλωστε η γλύκα και το άρωμά του δένουν εύκολα σε διάφορους συνδυασμούς. Οι ξακουστοί ντοματοκεφτέδες της Σαντορίνης έχουν τους δικούς τους αθεράπευτους εραστές. Παραδοσιακά στο νησί έτρωγαν ντοματάκι σαλάτα με καρδαμίδες (χόρτο με λεπτά φυλλαράκια και πικάντικο σαν ρόκα) και ελαιόλαδο ή με δροσερό και τραγανό κατσούνι, το ντόπιο ξυλάγγουρο. Τα λιαστά ντοματάκια νοστιμίζουν ευφάνταστες σαλάτες, πληθωρικά σάντουιτς, όσπρια, ζυμαρικά και ριζότο. Στη Σαντορίνη φτιάχνουν και γλυκό του κουταλιού ντοματάκι με κανέλα.
Προέλευση και συνταγές με το ντοματάκι της Σαντορίνης μπορείτε να δείτε εδω : www.tovima.gr




