Η Ετήσια Έκθεση της ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση έχει ως εξής:
-
Ρυθμός Μεγέθυνσης: Η ανάλυση του μακροοικονομικού συστήματος αναδεικνύει μια εικόνα σχετικής σταθεροποίησης, αλλά όχι ακόμη μετασχηματισμού. Η επίδοση του πραγματικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) δείχνει ότι η ελληνική οικονομία διατήρησε το 2025 θετικό ρυθμό μεγέθυνσης, υψηλότερο από αρκετές μεγάλες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).
-
Διεθνής Σύγκριση: Παρά ταύτα, η Ελλάδα δεν ανήκει στις πιο δυναμικές οικονομίες της ΕΕ, καθώς χώρες όπως η Ιρλανδία, η Μάλτα, η Κύπρος, η Πολωνία, η Κροατία και η Βουλγαρία καταγράφουν υψηλότερες επιδόσεις.
-
Ρεαλιστική Αποτίμηση: Η ελληνική ανάκαμψη πρέπει να αποτιμηθεί με ρεαλισμό. Από τη μία πλευρά, αποτυπώνει ανθεκτικότητα μέσα σε ένα δυσμενές ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον. Από την άλλη, δεν συνιστά ακόμη απόδειξη πραγματικής σύγκλισης και δομικής αλλαγής του παραγωγικού υποδείγματός της.
Πραγματικό Κατά Κεφαλήν ΑΕΠ και Αγοραστική Δύναμη
Η περιορισμένη σύγκλιση αποτυπώνεται καθαρά στο πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ:
-
Το 2025: Ανέρχεται στην Ελλάδα σε 19.400 ευρώ, έναντι 34.110 ευρώ στην ΕΕ-27.
-
Η εξέλιξη: Η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της σε σχέση με το 2019 (όταν το αντίστοιχο μέγεθος ήταν 17.210 ευρώ), ωστόσο η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει πολύ μεγάλη.
-
Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (PPS): Η Ελλάδα βρίσκεται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ (από 66% το 2019). Η μεγέθυνση του ΑΕΠ, επομένως, δεν έχει μετατραπεί σε ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα πραγματικής αγοραστικής δύναμης.
2. Διάρθρωση της Ζήτησης, Επενδύσεις και Εξωτερικό Ισοζύγιο
Υπερβολική Εξάρτηση από την Κατανάλωση
Η διάρθρωση της ζήτησης παραμένει έντονα προσανατολισμένη στην κατανάλωση:
-
Το 2025 η κατανάλωση των νοικοκυριών αντιστοιχεί στο 67,8% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι μόλις 51,2% στην ΕΕ-27.
-
Η απόκλιση αυτή δείχνει ότι η ελληνική μεγέθυνση εξακολουθεί να στηρίζεται υπέρμετρα στην κατανάλωση και λιγότερο σε παραγωγικές επενδύσεις και εξαγωγική δυναμική. Η κατανάλωση δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της βάση διατηρήσιμης μεγέθυνσης, ιδίως όταν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση των πραγματικών μισθών και της εγχώριας παραγωγικής ικανότητας.
Αντιφατική Επενδυτική Εικόνα
-
Θετική εξέλιξη: Το επενδυτικό μερίδιο στην Ελλάδα αυξήθηκε από 11,0% του ΑΕΠ το 2019 σε 16,9% το 2025.
-
Το χάσμα με την ΕΕ: Παρά την αύξηση, παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από το επίπεδο της ΕΕ-27, όπου οι επενδύσεις ανέρχονται στο 21,3% του ΑΕΠ. Η χώρα δεν έχει ακόμη διαμορφώσει επαρκή επενδυτική βάση για να επιταχύνει τον παραγωγικό της μετασχηματισμό.
Η Σύνθεση των Επενδύσεων: Το μερίδιο των κατοικιών στον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε κατακόρυφα από 7,4% το 2019 σε 18,2% το 2025. Αντίθετα, οι επενδύσεις σε εξοπλισμό τεχνολογίας, πληροφορικής και επικοινωνιών μειώθηκαν από 9,6% σε 7,7%, ενώ οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και οπλικά συστήματα υποχώρησαν από 27,4% σε 23,8%. Η επενδυτική ανάκαμψη κατευθύνεται σε δραστηριότητες που στηρίζουν τη βραχυχρόνια ζήτηση, αλλά δεν ενισχύουν επαρκώς την τεχνολογική αναβάθμιση και την παραγωγικότητα.
Επιδείνωση Καθαρών Εξαγωγών
Οι καθαρές εξαγωγές παραμένουν αρνητικές και επιδεινώνονται από -1,5% του ΑΕΠ το 2019 σε -4,5% το 2025 (την ίδια ώρα που στην ΕΕ-27 παραμένουν θετικές στο 3,8%). Η εισαγωγική εξάρτηση περιορίζει τον αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, επιβαρύνει την εξωτερική ισορροπία και καθιστά την οικονομία ευάλωτη σε διεθνείς γεωπολιτικές διαταραχές και ενεργειακές αβεβαιότητες.
3. Δημοσιονομικό Πεδίο: Βελτίωση χωρίς Εφησυχασμό
-
Μείωση Δημοσίου Χρέους: Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε στο 146,1% το 2025, από 154,2% το 2024 και 209,4% το 2020.
-
Πρωτογενές Πλεόνασμα: Η επίτευξη υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος, ύψους περίπου 4,9% του ΑΕΠ, συνέβαλε στη βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας και της φερεγγυότητας του Δημοσίου.
-
Κίνδυνοι: Το χρέος παραμένει πολύ υψηλό σε απόλυτο μέγεθος. Η διατηρησιμότητα της σταθερότητας εξαρτάται από τη συνέχιση της μεγέθυνσης, την εξέλιξη των επιτοκίων και τις πληθωριστικές πιέσεις.
-
Το Παραγωγικό Πρόβλημα: Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι προϋπόθεση και όχι ο τελικός στόχος. Εάν η προσαρμογή επιδιώκεται χωρίς παράλληλη ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων, των μισθών και της κοινωνικής προστασίας, κινδυνεύει να παγιώσει ένα υπόδειγμα χαμηλής δυναμικής και κοινωνικής ευαλωτότητας.
4. Αγορά Εργασίας: Ποσοτική Ανάκαμψη, Ποιοτική Υστέρηση
Η ελληνική αγορά εργασίας εμφανίζει σαφή βελτίωση σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία (το ποσοστό απασχόλησης αυξάνεται και η ανεργία υποχωρεί), όμως η ανάκαμψη είναι άνιση και ποιοτικά ανεπαρκής.
-
Ποσοστό Απασχόλησης (15-64 ετών): Ανήλθε το 2025 στο 64,6% (από 56,5% το 2019). Παρά την πρόοδο, υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της ΕΕ (71,0%) και των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (73,6%).
-
Έντονες Περιφερειακές Αποκλίσεις: Τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται στην Κρήτη (68,3%) και την Πελοπόννησο (68,1%), ενώ τα χαμηλότερα στη Δυτική Μακεδονία (56,3%) και τη Δυτική Ελλάδα (59,9%).
-
Υστέρηση Γυναικών και Νέων: Η απασχόληση των γυναικών βρίσκεται στο 56,5% (έναντι 66,6% στην ΕΕ) και των νέων (15-29 ετών) στο 36,2% (έναντι 49,1% στην ΕΕ).
-
Απόφοιτοι Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης: Το ποσοστό απασχόλησής τους στην Ελλάδα είναι 81,9%, χαμηλότερο από το 86,8% της ΕΕ και πολύ χαμηλότερο από το ~90% των Βαλκανίων και της Κεντρικής Ευρώπης, αποτυπώνοντας μια κρίσιμη διαρθρωτική αδυναμία.
-
Ευάλωτες Ομάδες: Το χάσμα απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία αυξήθηκε το 2025 στις 35,9 ποσοστιαίες μονάδες (από 29 το 2019), τιμή αρκετά υψηλότερη από την ΕΕ.
Ανεργία και η Παγίδα της Μακροχρόνιας Ανεργίας
-
Το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε το 2025 στο 8,9% (από 17,3% το 2019) και η υποαπόδοση της αγοράς εργασίας μειώθηκε στο 13,0% (κοντά στο 11,8% της ΕΕ).
-
Το μεγάλο πρόβλημα: Το 55,8% των ανέργων στην Ελλάδα παραμένει εκτός εργασίας για διάστημα άνω των 12 μηνών (έναντι μόλις 31,5% στην ΕΕ). Η μακροχρόνια ανεργία πλήττει ιδιαίτερα τις γυναίκες (59,2%), τους νέους (41,2%) και, όλως ιδιαιτέρως, τους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (56%).
Καθήλωση Πραγματικών Μισθών και Εντατικοποίηση
-
Μισθολογική Στασιμότητα: Ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός παρουσίασε οριακή μόνο αύξηση την περίοδο 2019-2025 (+0,3%), ενώ συγκριτικά με το 2021 (έναρξη πληθωριστικής κρίσης) ήταν χαμηλότερος κατά 1,3%.
-
Πτώση Αγοραστικής Δύναμης ανά Κλάδο:
-
Στον κλάδο εστίασης, διαμονής και εμπορίου, το πραγματικό ωρομίσθιο το 2025 ήταν 25,3% χαμηλότερο από το 2009, υστερώντας σε PPS ακόμα και από κράτη των Βαλκανίων.
-
Στην εκπαίδευση, το πραγματικό ωρομίσθιο το 2024 έπεσε στα 10,8 ευρώ (από 11,5€ το 2019 και 17,2€ το 2009).
-
Στην υγεία και κοινωνική μέριμνα, διαμορφώθηκε στα 8,0 ευρώ (από 9,7€ το 2019 και 12,5€ το 2009).
-
-
Ώρες Εργασίας: Η Ελλάδα εμφανίζει εξαιρετικά υψηλές εβδομαδιαίες ώρες εργασίας. Στο εμπόριο οι εργαζόμενοι φτάνουν τις 42,3 ώρες (η υψηλότερη τιμή στην ΕΕ), στη μεταποίηση τις 41,7 ώρες, και στον πρωτογενή τομέα οι πλήρως απασχολούμενοι εργάζονται κατά μέσο όρο 47,1 ώρες την εβδομάδα.
5. Κοινωνική Βιώσιμότητα, Ανισότητα και Ποιότητα Ζωής
Αν και η οικονομία εξήλθε από την οξεία φάση της προηγούμενης κρίσης, η σχετική φτώχεια, η εισοδηματική ανισότητα και η οικονομική πίεση δείχνουν ότι η κοινωνική ανάκαμψη παραμένει εύθραυστη.
-
Κίνδυνος Φτώχειας ανά Ηλικία: Στους νέους 18-24 ετών ο κίνδυνος φτώχειας το 2025 διαμορφώνεται στο 24,2%. Στον ενεργό πληθυσμό (25-54 ετών) βρίσκεται στο 17,5% (έναντι 14,3% στην ΕΕ) και στην ομάδα 55-64 ετών στο 17,3% (έναντι 14,9% στην ΕΕ).
-
Εκπαιδευτική Διάσταση: Στα άτομα υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου, ο κίνδυνος φτώχειας στην Ελλάδα είναι 7,8%, ελαφρώς υψηλότερος από το 7,6% της ΕΕ-27 και υψηλότερος από το επίπεδο του 2009.
-
Δείκτης Ανισότητας (S80/S20): Η Ελλάδα παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, κοντά στο νοτιοευρωπαϊκό πρότυπο αυξημένων αποκλίσεων (μαζί με Ιταλία και Ισπανία).
-
Αδυναμία Κοινωνικού Κράτους: Η επίδραση των κοινωνικών μεταβιβάσεων (επιδομάτων) στη μείωση της ανισότητας μειώθηκε στην Ελλάδα από 1,3 μονάδες το 2019 σε 1,0 μονάδα το 2025 (την ώρα που στην ΕΕ αυξήθηκε από 2,8 σε 3,1).
-
Χαμηλή Εισοδηματική Βάση: Το 2025, το ανώτατο ατομικό εισόδημα του φτωχότερου 25% (1ο τεταρτημόριο) στην Ελλάδα ανέρχεται σε μόλις 8,1 χιλ. ευρώ, έναντι 16,3 χιλ. ευρώ στην ΕΕ-27.
-
Οικονομική Στενότητα & Ληξιπρόθεσμα: Το 34,9% των νοικοκυριών με εξαρτώμενα παιδιά εμφανίζει το 2025 ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας — ποσοστό σχεδόν τετραπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 (9,1%).
Υποκειμενική Ευημερία (Ικανοποίηση από τη Ζωή)
Η συνολική ικανοποίηση έχει βελτιωθεί σε σχέση με το 2013, αλλά η Ελλάδα παραμένει σταθερά σε χαμηλά επίπεδα διεθνώς:
-
Στο χαμηλότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο, η Ελλάδα καταγράφει το 2025 τιμή 6,0 στην κλίμακα 0-10 (χαμηλότερα από Πολωνία, Ρουμανία, Τσεχία).
-
Ακόμα και στο υψηλότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο, η ελληνική επίδοση (7,6) παραμένει χαμηλότερη από χώρες όπως η Λιθουανία, η Τσεχία, η Σλοβενία και η Κροατία, αποδεικνύοντας ότι η ευημερία επηρεάζεται έντονα από το ευρύτερο κοινωνικό και θεσμικό περιβάλλον.
6. Ανάλυση Παραγωγικού Υποδείγματος και Χωρική Διάρθρωση
-
Εμμονή στις Υπηρεσίες: Η παραγωγική δομή της χώρας παραμένει έντονα προσανατολισμένη στον τριτογενή τομέα (υπηρεσίες, τουρισμός, εμπόριο, διαχείριση ακινήτων). Η συμβολή της βιομηχανίας στο συνολικό προϊόν παραμένει περιορισμένη.
-
Ήπια Αναδιάρθρωση: Παρατηρείται μια αργή μετατόπιση. Η βιομηχανία ενισχύει σταδιακά τη συμμετοχή της στην προστιθέμενη αξία, ενώ αναδύονται κλάδοι υψηλότερης έντασης γνώσης (επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, ενημέρωση και επικοινωνία). Ενισχύονται επίσης οι επενδύσεις σε υποδομές, ενέργεια και περιβάλλον (πράσινη μετάβαση).
-
Υποχώρηση Κρίσιμων Τομέων: Αυτές οι θετικές τάσεις αναπτύσσονται αργά και εις βάρος άλλων βασικών κλάδων, όπως οι δημόσιες υπηρεσίες, η εκπαίδευση και η υγεία, γεγονός που εγείρει προβληματισμό για την ανθεκτικότητα του νέου υποδείγματος.
-
Χαμηλή Τεχνολογική Ένταση: Διαπιστώνεται αργή μετάβαση προς την οικονομία της γνώσης, κάτι που σχετίζεται με το πολύ μικρό μέγεθος της μέσης ελληνικής επιχείρησης, η οποία παραμένει απομονωμένη. Η συμμετοχή σε τοπικά δίκτυα και clusters (συστάδες) κρίνεται αναγκαία για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους.
Χωρική Διάρθρωση και Υπερσυγκέντρωση
Βασικό χαρακτηριστικό είναι η έντονη ανισοκατανομή γύρω από την Αθήνα.
-
Οι μητροπολιτικοί πόλοι της Αττικής (πρωτίστως) και της Κεντρικής Μακεδονίας (δευτερευόντως) ενισχύουν τη θέση τους ως κέντρα αξίας, απασχόλησης και καινοτομίας.
-
Αντίθετα, οι περιφέρειες που βασίζονται σε πρότυπα μονοειδίκευσης (μικρό αριθμό δραστηριοτήτων) εμφανίζουν σχετική στασιμότητα ή απόκλιση.
7. Συμπεράσματα και Στρατηγικές Προτεραιότητες
Για να μετατραπεί η οικονομική μεγέθυνση σε πραγματική σύγκλιση, κοινωνική ευημερία και ενίσχυση της γεωοικονομικής θέσης της Ελλάδας, απαιτείται ριζική αλλαγή πλεύσης:
-
Μετατόπιση Αναπτυξιακού Μοντέλου: Επιτάχυνση της μετάβασης από ένα υπόδειγμα που στηρίζεται στην κατανάλωση, τις εισαγωγές, τις κατασκευές και τη δημοσιονομική σταθερότητα, σε ένα μοντέλο βασισμένο στις ποιοτικές παραγωγικές επενδύσεις, τη βιομηχανική και τεχνολογική αναβάθμιση και την αύξηση της παραγωγικότητας.
-
Ποιοτική Αναβάθμιση της Εργασίας: Ουσιαστικές αυξήσεις στους πραγματικούς μισθούς, ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων, στοχευμένες πολιτικές για τους μακροχρόνια ανέργους, ισχυρότερη ένταξη γυναικών και νέων στην αγορά, περιορισμός της υπερεργασίας και βελτίωση των συνθηκών εργασίας.
-
Στρατηγική Αυτονομία: Σε ένα διεθνές περιβάλλον γεωπολιτικής αστάθειας, η παραγωγική επάρκεια, η τεχνολογική ικανότητα και η ενεργειακή ασφάλεια είναι κομβικές. Η αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας πρέπει να συνδέσει άρρηκτα τη μακροοικονομική σταθερότητα με την παραγωγική αναδιάρθρωση και την κοινωνική δικαιοσύνη.




