Η έρευνα αποτυπώνει αύξηση αφίξεων, εσόδων, επενδύσεων και απασχόλησης, αλλά και την ισχυρή εξάρτηση πολλών περιφερειών της χώρας από τον τουριστικό κλάδο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι αφίξεις εισερχόμενων ταξιδιωτών – χωρίς να υπολογίζεται η κρουαζιέρα – ανήλθαν σε 38 εκατ., αυξημένες κατά 5,6% σε σχέση με το 2024, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις έφτασαν τα 22,6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 9,8%. Αν συνυπολογιστεί και η κρουαζιέρα, οι συνολικές αφίξεις διαμορφώθηκαν σε 43,3 εκατ. και οι εισπράξεις σε 23,6 δισ. ευρώ.
Η άμεση συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία εκτιμάται στα 32,4 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 13% του ΑΕΠ της χώρας. Το μέγεθος αυτό περιλαμβάνει τις εισπράξεις από τον εισερχόμενο τουρισμό, την κρουαζιέρα, τις αεροπορικές και θαλάσσιες μεταφορές, τον εγχώριο τουρισμό αλλά και τις τουριστικές επενδύσεις. Με την προσθήκη των έμμεσων επιδράσεων του τουρισμού σε άλλους κλάδους της οικονομίας, η συνολική συμβολή του εκτιμάται μεταξύ 28,7% και 34,6% του ΑΕΠ, με κεντρική εκτίμηση περίπου στο 32%.
Ουσιαστικά, για κάθε 1 ευρώ τουριστικού εσόδου, το ΑΕΠ της χώρας αυξάνεται κατά 2,2 έως 2,65 ευρώ. Συνυπολογίζοντας τα πολλαπλασιαστικά οφέλη, η συνολική συνεισφορά του τουρισμού στην οικονομία της χώρας το 2025 εκτιμάται μεταξύ 71,3 δισ. ευρώ και 85,9 δισ. ευρώ, μεγέθη που αντιστοιχούν μεταξύ 28,7% έως 34,6% του ΑΕΠ. Τα αντίστοιχα μεγέθη για το 2024 ήταν μεταξύ 66,4 δισ.- 80,0 δισ. ευρώ που αντιστοιχούν με το 28,1% έως 33,8% του ΑΕΠ.
Η μελέτη δείχνει ότι ο ελληνικός τουρισμός παραμένει εξαιρετικά εξωστρεφής, καθώς το 84,9% των συνολικών τουριστικών εισπράξεων προέρχεται από τον εισερχόμενο τουρισμό. Παράλληλα, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις κάλυψαν το 69,9% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών, στοιχείο που αναδεικνύει τον ρόλο του τουρισμού ως βασικής πηγής εισροής ξένου συναλλάγματος για την ελληνική οικονομία.
Στο σκέλος της ταξιδιωτικής συμπεριφοράς, η μέση διάρκεια παραμονής των επισκεπτών μειώθηκε στις 6,1 διανυκτερεύσεις, από 6,3 το 2024. Ωστόσο, η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση αυξήθηκε στα 97 ευρώ, οδηγώντας τη μέση κατά κεφαλή δαπάνη στα 595,2 ευρώ, έναντι 572,8 ευρώ την προηγούμενη χρονιά.
Σημαντική άνοδο σημείωσε και η κρουαζιέρα, με τις αφίξεις να φτάνουν τα 5,3 εκατ. επιβάτες, αν και η μέση κατά κεφαλή δαπάνη μειώθηκε στα 191,3 ευρώ. Συνολικά, οι εισπράξεις από την κρουαζιέρα ανήλθαν περίπου σε 1 δισ. ευρώ.
Ιδιαίτερο βάρος δίνει η μελέτη και στις επενδύσεις. Οι τουριστικές επενδύσεις το 2025 υπολογίζονται περίπου στα 5 δισ. ευρώ, με εγχώρια προστιθέμενη αξία περίπου 2,4 δισ. ευρώ. Από το σύνολο αυτό, περίπου 2,8 δισ. ευρώ αφορούν επενδύσεις στον ξενοδοχειακό κλάδο.
Στην απασχόληση, ο τουρισμός εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους εργοδότες της χώρας. Η άμεση συμβολή του κλάδου στην απασχόληση κατά την αιχμή της τουριστικής περιόδου, στο τρίτο τρίμηνο του 2025, εκτιμάται στο 17% της συνολικής απασχόλησης. Αν προστεθούν και οι έμμεσες θέσεις εργασίας που στηρίζονται από τον τουρισμό, το ποσοστό ανεβαίνει μεταξύ 37,5% και 45,2%.
Η έρευνα αναδεικνύει παράλληλα τις μεγάλες περιφερειακές ανισότητες και την ισχυρή εξάρτηση συγκεκριμένων περιοχών από τον τουρισμό. Στο Νότιο Αιγαίο, τα Ιόνια Νησιά και την Κρήτη, ο τουρισμός λειτουργεί ως βασικός πυλώνας οικονομικής δραστηριότητας, απασχόλησης και εισοδήματος. Σε πολλές νησιωτικές περιοχές, η συμβολή του τουρισμού στο περιφερειακό ΑΕΠ ξεπερνά κατά πολύ τον εθνικό μέσο όρο, στοιχείο που ενισχύει τη σημασία του κλάδου αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και την ευαλωτότητα των τοπικών οικονομιών σε εξωτερικές κρίσεις, γεωπολιτικές εξελίξεις ή περιβαλλοντικές πιέσεις.
Προέλευση και το πλήρες δημοσίευμα μπορείτε να δείτε εδω: money-tourism.gr










