Στην Ευρώπη, το κλείσιμο του προγράμματος της Ισπανίας άφησε την Πορτογαλία και την Ελλάδα ως βασικούς αποδέκτες ενδιαφέροντος. Παρά το γεγονός ότι η Πορτογαλία αναδείχθηκε ως το πιο δημοφιλές πρόγραμμα διεθνώς, οι αλλαγές στη νομοθεσία περί ιθαγένειας –με την αύξηση του απαιτούμενου χρόνου διαμονής από πέντε σε δέκα έτη– έχουν δημιουργήσει αβεβαιότητα, ιδίως για Αμερικανούς επενδυτές. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι μέρος της ζήτησης θα κατευθυνθεί αλλού μέσα στο 2026.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε έναν από τους πιο «ήσυχους» αλλά σταθερά ανερχόμενους παίκτες. Με επτά χρόνια διαμονής ως προϋπόθεση για πολιτογράφηση και με πλεονεκτήματα όπως το κλίμα, το κόστος ζωής και η ποιότητα καθημερινότητας, κερδίζει έδαφος ως εναλλακτική λύση για όσους επανεξετάζουν την Πορτογαλία. Παράλληλα, η Ιταλία κατέγραψε σημαντική αύξηση αιτήσεων μέσα στο 2025, κυρίως από Βρετανούς επενδυτές που αναζητούν νέες βάσεις μετά τις φορολογικές αλλαγές στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Εκτός Ευρώπης, το 2025 ήταν χρονιά έντονης κινητικότητας. Η Νέα Ζηλανδία προχώρησε σε ευρείας κλίμακας αναθεώρηση των μεταναστευτικών της πολιτικών, καθιστώντας πιο ελκυστικό το πρόγραμμα Active Investor, με χαλάρωση γλωσσικών προϋποθέσεων και νέες κατηγορίες επενδύσεων. Η δυνατότητα αγοράς ακινήτων από κατόχους χρυσής βίζας, που αναμένεται να τεθεί σε ισχύ το 2026, ενισχύει περαιτέρω τη δυναμική της χώρας.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα σαφές μήνυμα από τα δικαστήρια. Το πρόγραμμα «χρυσού διαβατηρίου» της Μάλτα κρίθηκε αντισυνταγματικό από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη συζήτηση για το κατά πόσο η ευρωπαϊκή ιθαγένεια μπορεί να συνδέεται άμεσα με οικονομική συναλλαγή. Αν και το πρόγραμμα χρυσής βίζας της χώρας παραμένει ενεργό, η απόφαση άνοιξε εκ νέου τον διάλογο για τη νομιμότητα και την ηθική διάσταση τέτοιων σχημάτων.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε και η περίπτωση της Ναούρου, η οποία εγκαινίασε πρόγραμμα χρυσής βίζας για τη χρηματοδότηση έργων προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. Η ανάκληση, ωστόσο, της ελεύθερης πρόσβασης στο Ηνωμένο Βασίλειο για κατόχους του συγκεκριμένου προγράμματος ανέδειξε τους προβληματισμούς γύρω από τον έλεγχο και την ασφάλεια.
Παρά τις επικρίσεις –που αφορούν ζητήματα ανισότητας, ασφάλειας και επιπτώσεων στην αγορά ακινήτων– τα προγράμματα χρυσής βίζας παραμένουν ελκυστικά για τις κυβερνήσεις, καθώς αποφέρουν σημαντικά έσοδα με περιορισμένο αριθμό συναλλαγών. Ταυτόχρονα, η ζήτηση μεταβάλλεται ποιοτικά. Το 2025 καταγράφηκε αύξηση αιτήσεων από πολίτες ανεπτυγμένων χωρών, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να ξεχωρίζουν, καθώς η πολιτική αβεβαιότητα και το αυξανόμενο κόστος υγείας ωθούν όλο και περισσότερους να αναζητούν «σχέδιο Β».
Σε αυτό το πλαίσιο, η Αργεντινή προετοιμάζεται να εισέλθει δυναμικά στο πεδίο το 2026, έχοντας ήδη θεσπίσει νόμο για υπηκοότητα μέσω επένδυσης. Η προοπτική ενός διαβατηρίου με ευρεία διεθνή κινητικότητα καθιστά το εγχείρημα ιδιαίτερα ελκυστικό.
Το συμπέρασμα από το 2025 είναι σαφές: οι χρυσές βίζες δεν υποχωρούν, αλλά εξελίσσονται. Με αυστηρότερα κριτήρια στην Ευρώπη, νέες επιλογές εκτός αυτής και αυξανόμενο ενδιαφέρον από πολίτες ανεπτυγμένων οικονομιών, το 2026 προμηνύεται ως μια χρονιά έντονου ανταγωνισμού, όπου η ποιότητα ζωής, η ασφάλεια και η προβλεψιμότητα θα μετρήσουν περισσότερο από ποτέ.
Πηγή: Forbes - Money and Tourısm




