Συγκεκριμένα όπως καταγράφεται στην έκθεση, "το πρώτο εξάμηνο του 2025 κινήθηκε με αισθητά χαμηλότερους ρυθμούς, με αύξηση μόλις 0,6%, επηρεασμένο μεταξύ άλλων και από τη σεισμική δραστηριότητα στη Σαντορίνη."
Μεταξύ άλλων η έρευνα αναφέρει οτι :
η εποχικότητα των αφίξεων παρουσιάζει σταδιακή αλλά σαφή υποχώρηση. Συγκεκριμένα, η περίοδος υψηλής ζήτησης – που ορίζεται ως το τρίμηνο Ιουνίου-Αυγούστου – συγκεντρώνει πλέον το 50% των συνολικών αφίξεων, έναντι 53% πριν από πέντε χρόνια. Παρά τη βελτίωση, το ποσοστό αυτό εξακολουθεί να υπερβαίνει αισθητά τον μέσο όρο της Βόρειας Μεσογείου, όπου το αντίστοιχο μερίδιο διαμορφώνεται στο 40%.
Η εξέλιξη αυτή καταγράφεται σε ένα περιβάλλον όπου οι συνολικές τουριστικές ροές αυξάνονται και κατανέμονται σταδιακά πιο ομοιόμορφα εντός του έτους. Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, οι νέες τάσεις ζήτησης – όπως τα ταξίδια εκτός αιχμής και η αναζήτηση εμπειριών σε λιγότερο προβεβλημένους προορισμούς – όχι μόνο ευνοούν αλλά καθιστούν αναγκαία αυτή τη μετατόπιση, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του τουριστικού προϊόντος.
Στο επίπεδο της δομής της ζήτησης, η Ελλάδα ενισχύει σταδιακά τη θέση της στη βόρεια μεσογειακή αγορά. Το μερίδιό της στις αφίξεις τουριστών – εξαιρουμένης της κρουαζιέρας – διαμορφώνεται στο 11,4% το 2025, από 10,9% το 2019, καταγράφοντας ήπια αλλά σταθερή άνοδο. Παράλληλα, οι μη Ευρωπαίοι τουρίστες ενισχύουν τη συμμετοχή τους, καθώς το μερίδιό τους στο σύνολο των αφίξεων ανέρχεται στο 14% το 2025, από 11% το 2019.

Η φετινή επίδοση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα εντός του έτους. Όπως καταγράφεται στην έκθεση, το πρώτο εξάμηνο κινήθηκε με αισθητά χαμηλότερους ρυθμούς, με αύξηση μόλις 0,6%, επηρεασμένο μεταξύ άλλων και από τη σεισμική δραστηριότητα στη Σαντορίνη. Αντίθετα, το δεύτερο εξάμηνο χαρακτηρίστηκε από έντονη επιτάχυνση, με ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 7%, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη διαρθρωτική ανθεκτικότητα του ελληνικού τουρισμού ακόμη και σε περιβάλλον πρόσκαιρων αναταράξεων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην ανισορροπία μεταξύ τουριστικών επενδύσεων και επενδύσεων βασικών υποδομών. Όπως καταγράφει η ανάλυση της Εθνικής Τράπεζας, οι επενδύσεις στον στενό τουριστικό κλάδο – ξενοδοχεία, εστίαση και αεροπορικές υπηρεσίες – κινούνται 14% υψηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα. Αντίθετα, οι επενδύσεις βασικών υποδομών, όπως ενέργεια, ύδρευση, οδικά δίκτυα και λοιπές μεταφορές, παραμένουν περίπου 8% χαμηλότερα σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο. Η απόκλιση αυτή αναδεικνύεται ως κρίσιμος παράγοντας για τη μελλοντική αντοχή του τουριστικού μοντέλου, ιδιαίτερα σε προορισμούς με αυξημένη επιβάρυνση.

Στο χωρικό επίπεδο, η μελέτη επισημαίνει ότι τα νησιά εξακολουθούν να συγκεντρώνουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος της τουριστικής δραστηριότητας, καλύπτοντας το 44% των αφίξεων, παρότι αντιστοιχούν μόλις στο 15% της συνολικής έκτασης της χώρας. Η ανάδειξη εναλλακτικών προορισμών και δραστηριοτήτων – όπως ο πολιτισμός, ο αθλητισμός και η γαστρονομία – προβάλλεται ως βασική προϋπόθεση για την πιο ισορροπημένη κατανομή των ροών τόσο χρονικά όσο και γεωγραφικά.
Η Εθνική Τράπεζα σημειώνει ότι η δυναμική του ελληνικού τουρισμού δεν εμφανίζει σημάδια κόπωσης. Παρά το υποτονικό πρώτο εξάμηνο του 2025, λόγω και της σεισμικής δραστηριότητας στη Σαντορίνη, το δεύτερο εξάμηνο κατέγραψε έντονη επιτάχυνση, της τάξης του 7%, ενώ οι αεροπορικές κρατήσεις για το πρώτο τρίμηνο του 2026 κινούνται ήδη 10% υψηλότερα σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Συνολικά, σύμφωνα με την ανάλυση της Εθνικής Τράπεζας, ο ελληνικός τουρισμός βρίσκεται σε σημείο καμπής. Η μέχρι σήμερα επιτυχία στηρίχθηκε σε διαρθρωτικές βελτιώσεις, όπως η αναβάθμιση της ποιότητας των ξενοδοχειακών υποδομών και η ενίσχυση της αεροπορικής συνδεσιμότητας. Η πρόκληση των επόμενων ετών έγκειται στη μετατροπή της ισχυρής ζήτησης σε διατηρήσιμη οικονομική αξία, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού και μεταβαλλόμενων διεθνών ισορροπιών.




